13.7.15

Σημαδούρα

Το πρώτο καλοκαίρι που με κρατά ακίνητη.
Επιπλέω δεμένη πάνω από πολλές σκέψεις και επιθυμίες.
Γύρω μου ο κόσμος κολυμπά.
Και εγώ τον ακούω χωρίς να τον βλέπω.
Ακόμα δεν αφήνομαι.
Δεν ξέρω αν θα βυθιστώ ή αιωρηθώ.
Η περιέργεια και το τίποτα σύμμαχοί μου.

Η κουτσή ελπίδα με χτυπά.

28.5.15

Δαρβίνος και αστοχία

Δε βρίσκω άκρη.
Είμαι πιο ορθολογίστρια από αυτό που αντέχει η χώρα.
Η εξελικτική θεωρία με όριζε προσαρμοσμένη σε άλλο οικοσύστημα.

Mένω εδώ.
Και υποκρίνομαι ότι αδιαφορώ.

Έξω από το παράθυρο

Ευτυχώς η συκιά έβγαλε φύλλα.
Ακούω τη βροχή πιο καθαρά.

23.5.15

Πέρασμα

Τώρα είμαι πιο δυνατή και αντέχω να δω.
Το άπλετο φως του καλοκαιριού.
Τη σιωπή του.
Τον χρόνο.
Τον χρόνο που περνά.
Τους γονείς μου.
Τους γονείς μου που περνούν.
Όλα που περνάνε.
Και όλοι.
Και εμείς.
Και εγώ.

19.5.15

Daily routine

Studying for my work.
Three computers, the sunset and the hills of my view.
Interconnected.

The routine I desire.
Being home.
Feeling holidays.





13.5.15

Θ

Τέλος ακίνητης περιουσίας.
Τέλος επιτηδεύματος.
Δεν τα φοβάμαι.

Τέλος ζωής.
Απαρηγόρητοι και γονατισμένοι όσοι μένουν πίσω.

Καλό βράδυ, θεία.
Καλημέρα ξαδέρφια, θείοι, πατέρα.

9.5.15

Παρασκευή απόγευμα

Ομιλίες.

Συνομιλίες.
Και κοίταγμα.

Saturday morning clarity

We will all be consumed.
By ourselves and others.

Our graves won't.

5.5.15

Σηκώθηκε αέρας

Ένας δρόμος προς το ΤΕΛΟΣ.
Μεγάλο προβληματισμό σήκωσες.

3.5.15

Full moon

I saw it in the dance lesson.
I drove in it without lights.

Full light.

23.4.15

Ξανά νύχτα

Βγήκα να ξαναδώ το φεγγάρι.
Άκουσα το αηδόνι και τον γκιώνη.

19.4.15

Συναρτήσεις

Να μη διαλέξεις την εύκολη λύση.
Δύσκολο;
Εύκολο;
Χρονική συνάρτηση.
Όπως όλοι οι εθισμοί.

Τουλάχιστον έντιμο, για όλους.
Συνάρτηση αμετάβλητη στο χρόνο.

17.4.15

Κική

Α ρε Κικάρα ατελείωτη...
Θα σε φτάσω.

14.4.15

Ανοιξιάτικη νύχτα

Η νύχτα δεν απαιτεί νόημα.
Τη μυρίζεις, τη νιώθεις, την ακουμπάς.
Σαν ένα καινούριο σώμα που ξαπλώνει δίπλα σου.
Ή ένα παλιό που αναπολείς.

Η νύχτα δεν σου ζητά υπομονή.
Ούτε προσπάθεια. Σου παραδίνεται έτοιμη.
Να τη ζήσεις όπως ποθείς ή φοβάσαι.
Τώρα ή μια άλλη νύχτα.

Φορώντας αραβικό τουρμπάνι στο κεφάλι,
έτρεχα με τον αέρα στα αυτιά μου.
Κοιτούσα το τοπίο μέχρι απέναντι.
Χαμογελούσαμε.

13.4.15

Καλοκαιρινά ρούχα

Ο κήπος του σπιτιού γέμισε αγαπημένα πρόσωπα.
Και ο κήπος της καρδιάς.
Ακόμα μία φορά τα γενέθλια φύσηξαν στη θάλασσα, απέναντι από το βουνό.

Οι χειμερινοί κολυμβητές οργανώνονται καλοκαιρινά.
Το σώμα μαυρισμένο απολαμβάνει το κρεβάτι πριν την εργασιακή βδομάδα.
Και ο γκιώνης έξω μου θυμίζει τα καλοκαιρινά ρούχα.

Καλή μου χρονιά!

8.4.15

Into the wild

Life becomes an adventure.
I can see in me what I desire to see in others.

Retake:
Silence. Unforgiving and liberating.

6.4.15

Two hour interval



Άνοιξη

Οι νυχτερινές μου περιδιαβάσεις μοιάζουν με video clips.
Πολλή μουσική με κινούμενη ομίχλη στα πόδια μου.

21.3.15

Εξωτερικά

Εξωτερικά ερεθίσματα.
Απρόσμενα.
Από το παρελθόν.
Μου υπενθύμισαν.
Τα εσωτερικά.
Ευχαριστώ.

Πολλά πορτραίτα φωτογραφήθηκαν.
Ήρθε η σειρά του δικού μου.

31.10.14

Φωτίζω.


Πρωινό

Η τέχνη είναι ανάγκη.
Το ίδιο και ο έρωτας.
Αλλά η ζωή... απλά είναι.

Η ζωή μου, να ζω ζωή.

21.6.14

Απομονωμένο βασίλειο

Ένα από αυτά τα βράδια που μου αρέσει να βρίσκομαι στο απομονωμένο βασίλειό μου.
Μόνη, επαναστάτρια, με μουσικές και χορούς.
Όταν οι άλλοι κοιμούνται, εγώ κινούμαι στην παράλογη αυτή δεύτερη αίσθηση ενός παραλόγου που έχει βιωθεί.

Όσο βρίσκομαι μέσα σε αυτό, το απολαμβάνω εκστατική, τρομαγμένη και εθισμένη.
Ηλεκτρική καταιγίδα.
Δε μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, εκτός από το να το ζω.
Του δίνω όλη μου την ενέργεια.

Και όταν κοπάζει ή κλείνει, τότε αναπολώ τις μυρωδιές του και γράφω...



13.6.14

Στη φιλενάδα μου

Απόψε έχει φεγγάρι.
Είναι η πιο φωτεινή νύχτα ενός καλοκαιριού αναποφάσιστου να έρθει.
Είμαι εκεί που θέλω να είμαι.
Σπίτι μου.

1.3.14

Μιλώντας ποιητικά με τον πατέρα μου θυμήθηκα...2

...εγκαταλειμμένο πατρικό σε άγριο λιβάδι με χόρτα που ξεχειλίζουν ζωή, λες και αυτή έφαγε την ανθρώπινη. Τόση εγκατάλειψη, σαν να ήταν αστείο ότι εκεί κάποτε έζησαν άνθρωποι.

Χτυπάει το νεύρο του παρελθόντος και τινάζονται σκόνες ακινησίας.

Μιλώντας ποιητικά με τον πατέρα μου θυμήθηκα...1

Άδεια και αστεία.
Με την άδειά μου θα μείνουν άδεια και αστεία.
Γεμάτη άδεια για άδεια αστεία.

Νυχτερινά και τρέχουν πάνω από ηλεκτρονικές γραμμές.

Άδεια πουκάμισα. 
Τα θαυμάζουν, τα λυπούνται
Λατρεύονται και φθονούνται.
Άλλοτε ποιούνται ποιητικά.

Σεφερικά και κάθονται πλάι σε κάτι πέτρες.

Θάλασσα ή αστείο;
Αέρας ή κενό δοχείο;
Ανάσα - ανασαίνοντας - κουτσαίνοντας.
Εσύ, εγώ, κανείς;

Αυτόματη γραφή, πάμε μαζί στις γραμμές που θα βρεις.

Βουνά, κύματα, όρια, αχτίνες, ήλιοι, τρένα, νύχτα, φράχτες, παράθυρα, χαμόγελα, κύκλοι και φτερουγίσματα, χαρταετοί και γλάροι, βουτιές και κατακόρυφοι, ευθείες και ολοκληρώματα, ολοκληρώσεις και ατέρμονα κόμματα,,,

19.1.14

Η δουλειά μου


Έχω χώρο.
Να βγω από μέσα.
Σαν παραμονή Πρωτοχρονιάς στο γραφείο.



Δεύτερο σπίτι.
Ίδιο βλέμμα.

7.1.14

Your P name

Είπες και έστειλες για ύπνο το χάος:
Χθες ήταν σαν να βρισκόμουν σε ένα όνειρο.
Ή σαν να είχα μόλις ξυπνήσει από ένα όνειρο.
Είπες και έστειλες για ύπνο και εμένα.

6.1.14

Ηλιοθεραπεία στη βεράντα μου,
ατενίζοντας την ομίχλη του Πλαγιαρίου.

Ήλιος και βροχή, παντρεύονται οι φτωχοί.
Ήλιος και ομίχλη, ποιοι παντρεύονται;

Πολλοί άλλοι αυτές τις μέρες...

Χριστουγεννιάτικη συννεφιά

Μια γυναίκα στα μαύρα έτρεχε στον ήσυχο δρόμο.
Μεσημέρι συννεφιάς, η βροχή πέρασε.
Σαν να έπαιζε κουτσό.

Απέναντι, ο Κίσσαβος φωτιζόταν από το φως της προσπάθειας και της λύτρωσης.
Ο ορεινός όγκος είχε γραμμένα θαρραλέα άυπνα μηνύματα μεταξύ φοβισμένων φίλων.
Πάλευαν φόβο με αγάπη και ειλικρίνεια.
Οι προϊστορικές του ρίζες απίθωσαν στη γη τιμές για την αναγεννημένη φιλία.
Τι δύναμη, φαντάσου!
Όλα έγιναν μακριά του.

Είχα χρόνο να ζήσω το σπίτι των παιδικών μου χρόνων.
Να κοιμάμαι και να θυμάμαι τα παραμύθια του πατέρα με τον τσομπανάκο στο βουνό.
Βββββββ... φυσούσε ο κρύος αέρας. Ο τσομπανάκος τυλιγόταν στη κάπα του, τα κουδουνάκια από τα πρόβατα ηχούσαν καθώς πλησίαζε το ένα το άλλο. Έξω ο λύκος ούρλιαζε από την απέναντι πλαγιά και η γιαγιά ανησυχούσε για τον παππού, όσο τα εγγόνια της κοιμόνταν κάτω από τις ζεστές βελέντζες. Ββββββββ...ο αέρας...



Πιο απλά εσωτερικά βιωμένες αυτές οι γιορτές.
Με όλες τις αλήθειες και τα ψέματα.
Περνάει ο χρόνος και αφήνομαι σε κάθε βάθος, θλίψη και πληρότητα.
Δεν απορώ γιατί έχω ένταση στον ύπνο μου.

Ταξίδι στη Μυτιλήνη.
Σκοτεινή ταινία μεσημεριού.
Οι ηλικιωμένοι που το χάνουν φαίνονται παράξενοι.
Βλέπουν πέρα από όσα βλέπουμε.
Ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Μιλάνε με χρησμούς.
Ωραίοι τύποι.
Σα συννεφιά.

27.12.13

Τσιγάρο

Η εμπλοκή με την κακία είναι εθιστική συνήθεια.
"Δε μπορώ να κόψω την κακία..."

Στενοχωριέμαι όταν μου τη φυσάνε στα μούτρα.
Στενοχωριέμαι όταν τη φυσάω και εγώ.

Εσύ που καθόσουν δίπλα, κατάλαβες όταν σου φύσηξα καθαρό αέρα;
Εγώ δεν ξέρω τι αέρα έστειλες εσύ.

23.12.13

Καβάφης, ποίηση και φιλία

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους.

Μια επιστροφή βαδίζουμε.
Με ανοιχτά ή κλειστά μάτια.
Στο γνωστό. 
Ή στο άγνωστο:
πιο οικείο, πιο μητρικό, πιο παρόν από το γνωστό.
Σε αυτό που ξέρουμε,
ή νομίζουμε πως ξέρουμε.
Σε αυτό που θυμόμαστε από τις αναμνήσεις άλλων,
ή τις δικές μας φαντασίες.
Ψάχνοντας μια στιγμιαία επαφή μεταξύ στιγμών.

18.12.13

Γάτα

Μια γάτα περπάτησε με τα γρήγορα ποδαράκια της.
Διέσχισε τον πολύβουο νυχτερινό δρόμο όταν στιγμιαία άδειασε.
Την κοιτούσα από τον καθρεφτάκι του αυτοκινήτου, καθώς την άφηνα πίσω μου.
Πού να 'ξερε πως χόρευε στο βαλς της Ρεμπούτσικα που άκουγα...

Φεγγάρι

Αυτό το φεγγάρι είναι σώμα.
Αδειάζει, γεμίζει.

Αναρωτιέμαι ποιο σώμα.
Αυτό που φιλοξενεί το όλο.

Το λένε και τα άστρα.
Μας επηρεάζει.

Προχτές το κοιτούσα.
Μου φάνηκε πιο ψηλό.

Αυτό πάνω σε ταράτσα.
Στο δρόμο εγώ, μέσα σε φωτάκια.

Είναι αλλιώς στην Καλαμαριά.
Έχει και φοίνικες.

Γέμισε το φεγγάρι.
Έφυγα και εγώ.

11.12.13

Καληνύχτα σε όλους.
Μια φίλη μου είπε πως οι άγγελοι έχουν παράπονο από τους ανθρώπους, επειδή δε ζητάμε τη βοήθειά τους.

Τους ζητώ να μας έχουν όλους καλά.

Άλλες γραμμές

Έφυγαν από το χέρι μου.
Και όπως ξεχύνονταν οι ήχοι της ambient διασκευής του cd με τις πρώτες γραμμές,
ξεχύθηκαν τόσο απρόσμενα αυτά τα συναισθήματα.
Δεν ξέρω γιατί θέλησα να μοιάσω το φεγγάρι με καρχαρία.

Wait for me.
Το φεγγάρι κοιτάμε ή έναν καρχαρία που απομακρύνεται;

Εκείνη την ημέρα, ώρα, για εκείνον τον λόγο.

Ήξερα ότι θα ήσουν εκεί.

Ήσουν.
Το έμαθα τυχαία.

28.11.13

Η αμυγδαλιά


Και το παράθυρο από τη δουλειά μου.
Ο σταθμός των τρένων μου.
Σημείο  αναχώρησης.

Κρύο

Κρυστάλλινα πουλιά πέταξαν ξαφνικά στον παγωμένο αέρα.
Ένας πλανόδιος μουσικός με το ακορντεόν περιέφερε τις αναμνήσεις του από την πατρίδα τραγουδώντας στη γλώσσα του. Η φυσιογνωμία του έμοιαζε γνώριμη και παλιά. Τον συνόδευε η εγγονή του τυλιγμένη στο ροζ σκουφάκι της.
Ακούγοντας τη φωνή και σα να με τράβηξε μεγάλο κύμα, γύρισα να τους ξανακοιτάξω για τελευταία φορά, πριν φύγω βιαστική για το καθημερινό μου οχτάωρο.
Νοσταλγία για την περασμένη θαλπωρή.
Για όσα τους ζέσταναν.

Για όσα μας ζέσταναν.

Ο ήλιος ίσα που μας αγγίζει τις παγωμένες μέρες.
Στη γωνία παγερής σκιάς και αδύναμου ήλιου, ένα μαγαζί, "Αύγουστος", ουζερί; , θα περιμένει για πολύ ακόμα την εποχή του. Εκεί ο αέρας φυσούσε μια ελιά και αυτή ηχούσε καμπανάκια τα φύλλα της.
Στα κοιμητήρια του Αγίου Παύλου ένα γατί κούρνιαζε σε μια μικρή σκιά, σα να κρυβόταν από τον ήλιο.
Μου έκανε εντύπωση.
Ίσως και άλλα γατιά κρύβονται από το φως.

Είναι η εποχή που κρυώνουμε.
Ίσως, στην προσπάθειά μας να ζεσταθούμε, γινόμαστε πιο ανθρώπινοι...

20.11.13

Κολλημένα τραγούδια Νο.0

0) Μιχάλης Χατζηγιάννης -  Ανάποδα
Πρωτοακούστηκε σε τουριστικό λεωφορείο από cd επιλογής του οδηγού. Διπλανός συνεπιβάτης: πιτσιρίκι πρώτης λυκείου. Κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα, κολλημένη πάνω στο παράθυρο, απορούσα για τη δική μου ηλικία. Το προηγούμενο βράδυ περπατούσα σε έναν λόφο τούρκικης πόλης που δεν έχει επτά λόφους και κοιτούσα σπίτια, κτίρια, ανθρώπους, έμπαινα σε μανάβικα  και φαγάδικα και ακολουθούσαν τα γνωστά καραγκιοζιλίκια ανθρώπων που δε μιλούν κοινή γλώσσα και μόνιμα σκεφτόμουν αν ήσουν εδώ θα...
Ήταν η κολλητή μου όμως και...

Σήμερα διαπίστωσα ότι το όνομά σου εξαφανίστηκε από τη frequently called λίστα στο κινητό μου. Μέχρι προχτές υπήρχες τέταρτος. Αλλαγή εποχής. Υπάρχεις πλέον μόνο στο P.

Στο ασανσέρ στη δουλειά μου υπήρχε ένα σημείωμα ειδοποίησης παράδοσης δέματος. Για την κ. Κουτσούνογλου. Θυμάμαι παλιότερα σου είχα αναφέρει αυτό που έγραψε κάποιος στην πόρτα του ίδιου ασανσέρ: "Πάσχα χωρίς Χρήστο; Μακριά και αγαπημένα".

Σε πρόσφατα γενέθλια βρέθηκα μπροστά στη ροζ κούπα Μούμιν. Λυπάμαι που δεν είμαστε εμείς στη ροζ κούπα Μούμιν.

16.11.13

Κολλημένα τραγούδια

Με σειρά εμφάνισης:
1) Φοίβος Δεληβοριάς - Η μπόσα νόβα του Ησαΐα 
Κυκλοφορεί πολύ και a capella. Περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο στη Τσιμισκή, στα σούρτα φέρτα με το αυτοκίνητο, ενίοτε μπροστά από το pc στη δουλειά, κάτω από τα πορτοκαλί φώτα της πόλης, στο γατί που γουργουρίζει, σουρώνοντας τσάγια, στο μπάνιο.

2) Moby - The last day
Εργασιακή ανακάλυψη μέσω ακουστικών. Εντοπισμένη δυσκολία: η ταυτόχρονη παραγωγή φωνητικών λόγω συναδερφικής εγγύτητας. Τελικά υλοποιούνται στο stage της Ταταύλων εν μέσω αναζήτησης παρκαρισμένου αυτοκινήτου. Ηχόχρωμα ταιριαστό με κρύο ψιλόβροχο συνοδευόμενο από πολλή κούραση.

Spare time for sleepless thoughts. 
Even when I sleep.

Don't lose your last day.

15.11.13

Σιωπή

Ανείπωτες λέξεις, αμοίραστες εικόνες, αγκιστρωμένες εκφράσεις, κολλημένα τραγούδια.
Ο χρόνος κουβαλάει τη συνήθεια και η συνήθεια τη λήθη και η λήθη δεν είναι γιατρός, είναι φίλτρο και αλλάζει, παραποιεί, στρεβλώνει και ενώ ήθελες να πεις, μοιράσεις, απαγκιστρώσεις, ξεκολλήσεις, σου λέει: έλα μωρέ...

Τόσα να γράψω, να ανασύρω, θα χαθούν, έλα μωρέ...
Στιγμές, τσιμπιές, δαγκώματα, να ήσουν εκεί, έλα μωρέ...
Λοξές ματιές σε δρόμους, κτίρια, γωνιές του μυαλού, έλα μωρέ...
Γράμματα άλλων που δεν έγιναν δικά σου, έλα μωρέ...

Ανάγκη να μιλήσω σε εσένα που δε μου μίλησες.
Να καταλάβω εσένα που με κατέταξες.

Αγάπησα εσένα που με αγάπησες.

Χρόνος, συνήθεια, λήθη και λογική.
Ποιο είναι πιο σκληρό;

Ανακουφίσου, θα ξεχάσεις.

30.9.13

Σαββατιάτικη φθινοπωρινή νύχτα

Και πάλι παρανοώ. Μεταμορφωμένη μέσα στα ρούχα μου σε μυστήριο ον, ακούω τη μουσική μου και πετώ ριπές χεριών χορεύοντας στην τουαλέτα του νυχτερινού άδειου τρένου πηγαίνοντας προς Λάρισα, αφού το αποφάσισα αργά μετά το αναπάντητο κάλεσμα του Ολύμπου προς τα μέρη του και έχοντας κολυμπήσει στα άγρια νερά του Ποταμού και βυθιστεί στα ρίγη ηδονής της Πικρολίμνης.
Η φτιαγμένη ζωή μου σήμερα με τρελαίνει.
Ξαναπάω στο μεγάλο καθρέφτη να χορέψω στο άδειο τρένο που τρέχει το κορμί του φωτεινό σε μια πεδιάδα που χασμουριέται πριν κοιμηθεί. Οι ήχοι με σκεπάζουν. Συνομωτούν μαζί μου στην κρυφή νυχτερινή παράνοια, ανοίγοντας έτσι τρύπα στη λογική επίφαση της ζωής μου.
Έπρεπε σήμερα να επιστρέψω στη συγκίνηση της μοναχικής κίνησης παρακολουθώντας το ηλεκτρικό ξετύλιγμα του λείου τοπίου καταγωγής μου.

14.9.13

Πρωινό για δουλειά (Ωδή στο φθινόπωρο)

Ένα στιγμιαίο κελάηδισμα,
το τρέξιμο μιας βιαστικής σαύρας
και ένα συννεφάκι αγκυροβολημένο σε ένα δέντρο.
Το πρωινό μου.

Ανακουφισμένη που πέρασε το καλοκαίρι.

Ο ήλιος άπλωνε αδυσώπητα μια νωχελική ακινησία.
Ανύπαρκτες σκιές σε εξονυχιστική εξέταση.
Βαριά στασιμότητα και ας ήταν ψεύτικη.
Άδεια κίτρινα τοπία με πέτρες σκληρές.

Απαιτούσε υπομονή ο ξεθωριασμένος μεσογειακός ορίζοντας.

Μπορώ πλέον να αναπολώ με απόσταση.
Τα περάσματα που μύριζαν Θερμοπύλες και άφηναν την προδοσία άπραγη.
Τα αδέσποτα βράδια που διαλογίστηκαν την ύπαρξή μου σε μετρημένα δευτερόλεπτα.
Την αγωνία για την αμετακίνητη απροθυμία μου να συγχρωτιστώ την απουσία χρώματος.
Μα πιο τρομαχτικά, τη δική μου αλλότρια επιθυμία να μοιραστώ αξίες copy paste συμπεριφορών.

Copy paste: megali douleia...

Ακούω τον αέρα που ανακατώνει τα δέντρα μπλέκοντας στα φύλλα τους το φως της μοναχικής λάμπας.
Ο άλλοτε ταχείας κυκλοφορίας δρόμος σφυρίζει πίσω μου νωθρά επαρχιακά αυτοκίνητα.
Η γοητεία του φθινόπωρου σε καλοκαιρινό θέρετρο με συναντά και εδώ.

Ανακουφισμένη που υπάρχει φθινόπωρο.

Ο ουρανός είναι πάλι μπλε.
Η ζωή ορμά μπροστά και ας τρέχει για ύπνο.
Μεγάλη κίνηση πριν τη μεγάλη ακινησία του χειμώνα.
Στοιχήματα που κερδίζονται κυκλικά.
Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη.

Φθινόπωρο στα πρωινά για δουλειά.

Πρώτα ήρθε το ξύπνημα.
Τώρα η βροχή.

22.7.13

Άξια

Πόσο πολύ μου έλειψες...
Εσύ γραμμή, εσύ ποιητή,
εσύ σιωπή, εσύ στιγμή.
Ανασάνω αίσθηση.
Και ακούω τον Ρίλκε:
πολύτιμη μοναξιά!
Σε μπούκωσαν οι άνθρωποι.
Χαμένοι, σε έχασαν.
Εσένα που γεννάς ζωή!

Πόσο πολύ μου έλειψες...
Άνθρωπε εσύ!

26.5.13

Ντέμιαν

Ήσουν έτοιμη.
Να συναντήσεις τη μοίρα.

9.5.13

Σκέτο μωβ

Τρομαχτικά, θλιμμένα τέρατα.
Κοιτάζουν φοβισμένα έξω.
Μωβ μαλλιά.
Έξω από το παράθυρο.
Αναδίδουν νεκρική μυρωδιά.
Κρύβονται πίσω από το κουρτινάκι.
Θυμιατό Μεγάλης Πέμπτης.
Μονόφθαλμα, σακατεμένα.
Χρώμα Μεγάλης Παρασκευής.
Προσέφεραν και έλαβαν θάνατο.
Κολλάνε στο πρόσωπο.
Ακίνητα σαν περιφορά.
Στο δικό μου πρόσωπο.
Πόρτες, μάτια χάσκουν.
Φύκια, μόλις βγήκα από το νερό,
Διστακτικά με πλησιάζουν.
μου φράζουν την ανάσα.
Με κοιτάνε ανήμπορα και δειλά.
Τα δικά μου μαλλιά.
Ικανά για Μεγάλες Πληγές.
Μωβ μαλλιά.
Μωβ αγκαλιές.

Η ψυχή μου κουφάρι σαν άδειος φάρος.

Ένας ξένος χαρταετός μου είχε πει πως ένιωθε ότι θα με αγαπήσει πολύ και θα πληγωθεί πολύ.
Μόλις είχαμε γνωριστεί.
Καλοκαίρι.
Τον ρώτησα γιατί.
Είναι ο τρόπος που κοιτάς, μου απάντησε.
Δεν τον ξαναείδα.
Δεν ήθελα.

27.4.13

To my sister

Wide as an airport.
Your heart.

Waiting for you to lift off.
Whirling.

Soft sun devastated your back.
You had to to go with your long coat.
Unwilling.

Long goodbyes until it is time.
Travelling eye to the green hills.
Filled the space with peace.
My heart.

Into the night

Λάσπες, λάσπες, λάσπες...
Θεραπευτικές λάσπες.
Με εξαγνίζουν, τις ευγνωμονώ.

Επιστρέφω και πάλι στη ζεστή γούρνα με τα θολά νερά.
Μήτρα.
Βυθίζομαι μέρα, αναδύομαι νύχτα.
Πανσέληνος.
Απλώνω την ύπαρξή μου στα ασημόφωτα λειβάδια που κυλάνε.
Άνοιξη.
Οδηγώ το αυτοκίνητο, αλλά όχι εμένα.
Μυρωδιές.
Πλησιάζω ανθρώπους και με θρέφουν.
Αναχώρηση.

Τι νύχτα απόψε!

Και οι άνθρωποι με εξαγνίζουν.
Με πόνο και θαλπωρή.

Άδειοι δρόμοι.
Ο προορισμός μου.
Αφόρητος και ονειρικός.

Θα κοιμηθώ με τα παράθυρα ανοιχτά να μπουν τα αηδόνια.

25.4.13

Μοναχική τραμπάλα

Το φεγγάρι φωτίζει τον λόφο απέναντι.
Η πανσέληνος ακροβατεί μεταξύ δύο ακραίων θέσεων.
Όπως η καρδιά μου, όταν είναι ανοιχτή.

Ω, μα τι βυθός!
Τι σκοτάδι και τι φως...

20.3.13

Κοιτώντας τη Θεσσαλονίκη




Μωβ πράσινο



Ωραία προπόνηση, σχολίασε ένας νεαρός, ενώ έπαιζα με τον κύκλο γύρω μου.
Ωραία μέρα, αποκρίθηκα.

Είχε τα χρώματα του κύκλου.
Αυτή τη φορά μελάνιασα τα χέρια μου.

9.3.13

Ο μύθος της διπολικότητας

Ήρεμη, κεντραρισμένη σήμερα.
Περιφερόμουν μέσα σε κόσμο, πάρτι, χαμόγελα και μουσικές.
Σε άδειους πορτοκαλί δρόμους και ανοιξιάτικα στρώματα αέρα.
Έτοιμη να χορέψω.
Έτοιμη να φύγω.
Έτοιμη να συμμετέχω.
Έτοιμη να σιωπήσω.
Εδώ.
Εκεί.
Μέσα.
Έξω.
Μαζί.
Και μόνη.

Πληρότητα.
Και κενότητα.

Διερχόμενη

Ο φόβος της εγκατάλειψης φέρει το φόβο του θανάτου
έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε οι δυτικοί:
η εγκατάλειψή μας από τη ζωή.
Η απουσία της ζωής, το τίποτα, η μαύρη τρύπα.

Για να αφήσω να κυλήσει ο φόβος της εγκατάλειψης,
περνάω κάθε φορά μέσα από το θάνατο.
Και κάθε φορά διαπιστώνω πως το τίποτα είναι πιο γεμάτο και από το πολύ.
Μετά τα δάκρυα, το θυμό, τον πανικό, το μίσος και την απόγνωση,
αυτό που έμοιαζε κενό γεμίζει.
Κατανόηση.
Συγχώρεση.
Αγάπη.
Ηρεμία.
Kαι βλέπω.
Βλέπω να εγκαταλείπω και να νιώθω εγκαταλειμμένη.
Να με τιμωρώ που με εγκατέλειψαν.
Και αφήνομαι.
Με συγχωρώ.
Αγαπώ αυτούς που με πονά να αγαπώ.
Γιατρεύομαι και γιατρεύω.

Για λίγο.
Και άντε πάλι χάσιμο.

Anahata.
Θέλει εμπιστοσύνη για να ανοίξει.
Στο θάνατο.

Διάβαζα ότι στη διαδικασία του θανάτου υπάρχει η πιο καθαρή στιγμή ύπαρξης του εαυτού.
Αλλά είμαστε ανέτοιμοι και την χάνουμε.
Αντί για φρικιαστική μαύρη τρύπα που περιμένει να μας ρουφήξει και να μας αφανίσει, είναι μια πηγή μεγάλης ανακούφισης, ή και χαράς ακόμα. 
Shvadhisthana, μου αρέσει η λέξη.


Μπούρδες;
Μπορεί.
Θα δείξει;
Πάντα.
Δείχνει;
Ήδη.

Mistaken

8.3.13

Γνωστοί

Την ξέρω αυτήν την ομίχλη.

23.2.13

Πολλαπλότητες

Στο όνειρο κοιμόταν ένα μωρό δίπλα μου.
Έμοιαζε με εμένα, ήμουν εγώ.
Ήταν ταυτόχρονα η αδερφή μου.
Και ένιωθα ταυτόχρονα μητέρα.
Αγκαλιαστήκαμε όλες.

The photographer and her music


Χειμερινοί κολυμβητές

19.2.13

Χειμερινοί κολυμβητές

Σαν από το φωτογραφικό λεύκωμα του Μπαμπούση για την Αθήνα.

Νερό και ασπροκόκκινες πεταλούδες

Τα χέρια μακραίνουν για να αγγιχθούν.
Και οι αγκαλιές γίνονται κύκλοι έτοιμοι να κλείσουν.
Πήγαινε στο φως και χόρεψε με ολοκληρώματα στο χώρο 
και έλα σα σφαίρα στην καρδιά μου.
Κρύψου στο διπλανό δωμάτιο και μόλις φύγουν οι άλλοι 
θα έρθω να χυθώ νερό ξανά στην αγκαλιά σου.
Πάρε τα πέδιλα, κράτα μου το χέρι 
και πάμε στο πλωτό μας σπίτι για να σε χάσω.

Από όνειρό μου.
Έτσι γίνεται, τα μεγάλα είναι αυτά που αφήνω να χάσω.
Για να παραμείνουν μεγάλα.
Για να γίνω εγώ μεγάλη.
Γιατί είναι ο φόβος μεγάλος.
Για να μείνω με την απώλεια μεγάλη.
Με μεγαλώνει, με συμφιλιώνει, με κάνει να κοιτώ, να ξεχνώ, να στρεβλώνω, να βρίσκω, να μένω, να φεύγω, να παρανοώ.
Τρομάζω να παρανοώ. Αν και είναι τόσο γοητευτικό!

Μου έλειψε να ακούω τις ανάσες μου κολυμπώντας.
Τώρα τις ακούω στις βουτιές μου στη σιωπή.
Και βλέπω τις σκέψεις μου πεταλούδες με άσπρα φτερά και κόκκινο σώμα.
Πετάνε μπροστά μου και εξαφανίζονται.
Άλλες με χτυπάνε στο πρόσωπο, άλλες με χαϊδεύουν.
Μια πεταλούδα και εσύ.
Άσπρα φτερά, κόκκινο σώμα, ξεμακραίνεις στο σκοτάδι των ματιών μου.

Θα έπρεπε να είμαι μονίμως βυθισμένη σε μια βουτιά.
Να βουλιάζω.
Όπως βουλιάζω κάθε φορά.
Βουλιάζω.
Βουλιάζω.
Βουλιάζω.
Και τρομάζω.
Τρομάζω.
Και αφήνομαι.
Και αγαλιάζω.
Γιατί επιστρέφω.
Στο μηδέν από όπου ξεκίνησα.
Στο μαύρο υγρό σκοτάδι.
Εκεί που δεν υπάρχει μνήμη.

Ίσως για αυτό αφήνω να σε χάσω.
Για να ολοκληρώσω τον κύκλο μου.
Για να βουλιάξω, να τρομάξω, να αφεθώ και να αγαλιάσω γιατί επιστρέφω στην αρχή μου.
Τώρα τρομάζω.
Ημιτελής ιστορία του Borges, πάντα κάτι θα λείπει μέχρι να ξαναβρεί την αρχή της.

Ακούω μια καινούρια μουσική μου.
Η φωνή μου πεταλούδα και αυτή έρχεται και φεύγει.
Από το μέτωπο στον τοίχο.
Και ξανά πίσω.
Περιοδική ταλάντωση, κύκλος που κυλά, τυπική μπορχική ιστορία.

Αν πρέπει να υπάρξει ροή στον κύκλο μου, ας είναι όπως η φωνή μου.
Βαριά, ζεστή και ελεύθερη.

14.2.13

Oral-B

Βαριά η νύχτα απόψε, μυρίζει καμμένο.
Τα σκυλιά και αυτά βαριά, ούτε ένα αλύχτισμα.
Μόνο το μοτεράκι της οδοντόβουρτσας στέλνει τον ήχο του στα αστέρια.

Και εγώ, πιο βαριά κι από την Oral-B.

13.2.13

Κεραυνός

Ένας και μοναδικός, 6:00 πμ.
Ακριβώς απέναντί μου.
Η λάμψη του με σήκωσε από τα χαρτιά μου.
Περίμενα έντρομη τον ήχο.
Όσο κοντά, τόσο επικίνδυνα για το pc και το άσωστο αρχείο.
Μακριά ήταν τελικά...
Μετά ησυχία.

Κοίταξα το meteo.
Όντως, θα βρέξει.
Εναρκτήριο λάκτισμα.

7.2.13

Μπαμπούσκες

Μικρή μπαμπούσκα, μεγάλο ζόρι, μικρή σημασία.
Άλλη φορά, μεγαλύτερη μπαμπούσκα.
Να με χωράει.

2.2.13

Παρασκευή ή Σάββατο

Ξεντυνόμουν στο σκοτάδι.
Τα ρούχα μου μύριζαν ξένη τσιγαρίλα.
Τα μαλλιά μου πιο πολύ.
Σαν κάποιος να απλώθηκε πάνω μου.
Οι γονείς μου φεύγοντας ξέχασαν ένα παντζούρι ανοιχτό.
Το φως της νύχτας ζωντάνευε το δωμάτιο.
Σαν άλλη Κική Δημουλά, άρχισα να μιλάω με τα πράγματα στο σπίτι.
Το συνηθίζω τελευταία.
Ακόμα δεν έχω μια συλλογή της.

Πιο πριν, έβγαλα το κορίτσι μου βόλτα.
Τι ήχους κάνει...
Φτιαγμένη για να σε μπερδεύει αν ακούς τον αέρα ή τη μηχανή της.
Διαλογιστικό κουβούκλιο.
Χωρίς μουσική, τι να την κάνεις;
Μέσα εκεί, κάθε αίσθηση εναρμονίζεται με την κίνηση.
Άλλωστε, εννιά μηχανικοί ασχολούνται μόνο με τον ήχο που κάνει η πόρτα της όταν κλείνει, όπως μας είπε ο Dr. Philippopoulos.
Φαντάσου.
Την οδήγησα μετά στη σπηλιά της.

Κουράστηκα να μιλάω με λόγια.
Δε θέλω άλλες κουβέντες.
Μίλα μαζί μου με τα μάτια, δες το θυμό μου, τη λύπη, τη χαρά μου, την αυτάρκειά μου.
Μίλα μαζί μου με χορό, κάθε βράδυ σχεδόν τελετουργώ.
Μίλα μαζί μου με σιωπή, νιώσε με, είμαι θλιμμένη.

Πόσες φορές νιώθω ενοχές...
Μιλάω με κάποιον που συμπαθώ και θέλω να τραβήξω το βλέμμα αλλού, σταματώντας να μιλάω.
Τόσο σίγουρη ότι θα νομίσει ότι βαριέμαι, τρώω την ελευθερία μας και δεν προκαλώ αμηχανία σε κανέναν.

Καταβρόχθισα και χτες ένα μουσικό κομμάτι, όπως συνηθίζω να κάνω.
Παίζει ξανά και ξανά.
Όσα αντέχουν και δε γίνονται εμετός είναι αυτά που πραγματικά μου αρέσουν.
Τα υπόλοιπα είναι ξεχωριστά ρούχα που ντύνουν τις μέρες μου για λίγο, μέχρι να αντικατασταθούν από άλλα.

Ένιωθα το παχύ χαλί στα πόδια μου και χόρευα.
Σκοτάδι και κοιτούσα τα πάντα.
Θεατρικές συνομιλίες.
Ή τελετουργικές.
Προσπάθησα να κάνω αυτόν τον κύκλο να κυλήσει γύρω από τα πόδια μου.
Αποκόμισα ένα καρούμπαλο και μια πληγή στα ούλα, το γαμίδι...
Μου την έσπασε και έπεσα για ύπνο.
Η τσιγαρίλα δεν ξύπνησε το πρωί.

30.1.13

Οικοδέσποινα

Έρχεται.
Το νιώθω στην κοιλιά μου.
Αυτή τη φορά δε θα κλείσω τα μάτια.
Θα έπρεπε να είναι κακό.
Όπως και άλλες φορές στη ζωή μου.
Μπροστά μου, μέσα μου.
Είχα κλειστά τα μάτια.
Ναι, ήταν κακό τότε.
Τώρα δεν είναι τίποτα.
Και δεν εννοώ ασήμαντο.
Δεν είναι ούτε κακό, ούτε καλό.
Τίποτα από τα δύο.
Απλά υπάρχει.
Επισκέπτης που θα φανεί.
Έρχεται και το νιώθω.
Δε θα το αποτρέψω.
Δε θα το προλάβω.
Θα είμαι εκεί να το δεχτώ.
Θα του ανοίξω την πόρτα.
Κατάματα.
Σήμερα, αύριο, μετά από καιρό.
Θα γίνει.
Μένω ακίνητη να το δεχτώ.
Άυλη, χωρίς αντίσταση.
Να με διαπεράσει η σφαίρα.
Να πεθάνω μαζί του και να ξαναγεννηθώ.

25.1.13

Εδώ

Από τώρα χορεύω σε έναν ρυθμό που ακόμα δεν έχω ακούσει.
Αλλά έχει έρθει.

Χριστουγεννιάτικα φωτάκια

Απλωμένα γύρω μου.
Ο πολιτισμός των ανθρώπων στις πόρτες τους,
οι φοβίες τους για τους άλλους ανθρώπους,
η επίδειξη του πλουτισμού τους,
η αφηρημάδα τους.
Οι λάμπες τους.
Στις άκρες των σπιτιών, κήπων, θυρών.
Υγρές μπάλες νυχτερινής ομίχλης.

Από το μπαλκόνι μου περιμένω να αναβοσβήσουν.

20.1.13

Ένας απλός άνθρωπος

Πάω στη θάλασσα και της χορεύω.
Όπως με χόρευε το καλοκαίρι.
Χαιρετάω τον Όλυμπο με λωτό.
Ρουφάω λωρίδα φωτός, καθώς το νυχτερινό τοπίο στριφογυρνά δερβίσικα γύρω μου.
Και την άλλη μέρα στριφογυρνώ ένα ροζ χούλα χουπ.
Τρώω μια νόστιμη φακή και στολίζω το σπίτι μου με φωτάκια και μουσικές.
Στολίζομαι και εγώ με τις καινούριες πυτζάμες.
Και άλλες τέτοιες απλές γιορτές.

Το περίπλοκο μυαλό από πού ξεφύτρωσε;

Γεια σου αδέρφι με το αξέχαστο βασίλειό σου!

17.1.13

Ζέστη

Μόλις άρχισε να φυσάει παγωμένα.
Ό,τι πρέπει για ένα Έβερεστ.

Μεγάλη άρκτος σε μεγάλη πόλη

Τις τελευταίες μέρες κοίταξα δύο φορές τον ουρανό.
Ένα μουντό απόγευμα σε ένα αστικό μαρμάρινο παγκάκι ξαπλωμένη και πάγωνε η πλάτη μου.
Μια καθαρή βραδιά σε ένα προαστιακό μπαλκόνι ακουμπισμένη και πάγωνε η φάτσα μου.
Και χάθηκαν όλα.
Και εμφανίστηκαν άλλα.
Ζώα είμαστε, φυσικά ένστικτα που ξεσπάμε σε αστικές καταστάσεις, σχέσεις και συνήθειες.
Φυσικά ένστικτα που αποσπάμε από τη φύση.
Χωρίς να είμαστε φύση.

Μάλλον πρέπει να είμαι πιο συχνά ανάσκελα...

12.1.13

Poet on a chaos

Το χάος υπάρχει στο κεφάλι του.
Η τάξη οριοθετείται στη ζωή του.
Ο ίδιος, μαέστρος με μαγικό ραβδάκι, ποιεί τάξη τον κυκλώνα του μυαλού.
Σκέφτεται, γυρίζει, στροβιλίζει, ανακατώνει, αναταράζει και κινεί.
Διαρκώς κινεί.
Ορθές, κοφτές, νευρικές σκέψεις.
Έξυπνα, νευρικά βλέμματα.
Τον χάζευα σε βίντεο: τόσο χαρακτηριστικός.
Καλούπι μοιρασμένο στα δύο ανάμεσα σε αυτόν και τον κολλητό του.
Άλλη μορφή!

Μυαλό.
Άστατο, γρήγορο, έξυπνο μυαλό.
Δυτικός σύγχρονος φιλόσοφος.
Αφοσιωμένος επιστήμων.
Παράλογος ορθολογιστής.
Μυαλό.
Πολλά βουνά με άγριες κορυφές.
Πολλές αιχμές.
Πολλή ένταση.
Πολλή αδρεναλίνη.
Σε ποια ακινησία θα ξαπλώσει;


Ένας άλλος δυτικός φιλόσοφος έκανε την έκπληξη:
...είπα στην Ελένη να παρατηρεί τους επισκέπτες από το πατάρι χωρίς να κρίνει καλή, κακή συμπεριφορά. Έτσι θα μπορούσε να τους κατανοήσει. Από μικρός μου άρεσε να ανεβαίνω σε ένα μπαλκόνι και να παρατηρώ τους ανθρώπους στο δρόμο. 

Κοινωνικά ηλεκτρόνια

Προχθές φορούσα ηλεκτρικό μανδύα.
Κουκούλι με στατικό ηλεκτρισμό.
Αόρατος κλωβός γύρω μου.
Σαν αύρα έλαμπε.
Όταν είδα παρκαρισμένο αυτοκίνητο μπροστά στη θέση μου. Μου! μου! μου!
Μούγκρισα.
Όταν δυο μπαρμπάδια γαύγιζαν σε κοπέλα στο λεωφορείο, επειδή μιλούσε στο κινητό.
Πιο λόγια, τους γαύγισα και εγώ.
Όταν τύπος έκανε κουμάντο πώς θα σταθούμε στο λεωφορείο.
Σα τροχονόμος σήκωσα το χέρι μου να σταματήσει.
Όταν καλές θειτσούλες παραχωρούσαν θέσεις μεταξύ τους.
Δεν τις παραχώρησα ούτε ένα χαμόγελο.

Περίεργη συμπεριφορά αρνητικού φορτίου.
Εκτόξευε σπινθήρες μόνο σε ομώνυμα.

Ενώ σπινθηροβολούσα, το κοιτούσα και χαμογελούσα.
Περίεργο φορτίο, περίεργο αστείο.

11.1.13

Παρένθεση

Όταν ξύπνησα το προηγούμενο Σάββατο, 7 το πρωί, για τη φωτογράφιση, 
στιγμιαία ευχήθηκα να ανοιγοκλείσω τα μάτια και να εξαφανιστεί κάθε λόγος που με απομακρύνει έτσι βίαια από το ζεστό κρεβάτι μου.

(Όταν ήμουν παιδί, ξυπνούσα εκείνα τα αχαράματα για τις εφιαλτικές μέρες εξετάσεων Lower, Proficiency και άλλων ξενόγλωσσων δεινών.
Τις πανελλαδικές τις συνήθιζα. Εξάλλου δεν κατανάλωναν πολλή υπομονή.
"Σε λίγες ώρες θα είμαι πίσω..."
Οι ολοήμερες, όμως, αγγλογερμανικές δοκιμασίες μου έμειναν...)

Παρά την περιέργεια για αυτά που θα ζήσω, θα δω, 
τα κάδρα που θα κλείσω, τις στιγμές που θα χαρίσω και θα μου χαριστούν...
Παρά την αδρεναλίνη να ταξινομώ real time το χάος στα μάτια μου...
Παρά την ευτυχία που είδα, χάθηκα, χάθηκαν, έζησαν, ζήσαμε...
Παρά τη χαρά που επιμηκύνθηκε στο χρόνο, όπως το νυφικό στα πόδια της νύφης...
Παρά το ταξίδι με φίλους άλλων που έμοιαζαν και δικοί μου...
Παρά την ομαλότητα της συνέχισης δύο... σε ένα...
Παρά το παιδικό συνομωτικό χαμόγελο που έσκασε στη φάτσα μου,
όταν άκουσα το "προτιμούμε να το βλέπουμε σαν κοινή ζωή δύο εργένηδων"...
Παρά τις όμορφες επόμενες μέρες στην απέραντη πατρίδα...

...όταν ξαναβούτηξα στο ζεστό μου κρεβάτι, προς στιγμή όλα αυτά ήταν σαν να μην έγιναν. 
Ένα φευγαλέο βλεφάρισμα σαν όνειρο.
Και ο χρόνος συνεχίστηκε από εκεί που τον άφησα με εκείνη την ευχή.
Παρένθεση σε κείμενο. 
Καμία αναγκαιότητα. Μόνο συμπάθεια και συνομωτικά χαμόγελα.

9.1.13

Ήχοι

Όταν είμαι στο νερό, ακούω τους κρυμμένους ήχους μιας άλλης ζωής:
το σώμα, ο βυθός.
Όταν επιστρέφω στο πατρικό, ακούω τους πεδινούς ήχους της παιδικής ζωής:
απλωτοί, απόμακροι.

Όταν ξαπλώνω στο παιδικό κρεβάτι, ακούω τους υπόηχους του αστικού βυθού:
όροφοι από κάτω μου περιφέρουν τις ακουστικές τους συχνότητες σαν θαλάσσια θηλαστικά
και εγώ επιπλέω κοιτώντας το ταβάνι και ακούγοντας το σκοτάδι.

Χορεύοντας μουσική

Χορεύοντας στιγμές

Πάνω στο καταφύγιο, χορεύαμε.
Εγώ, στο σκοτάδι του δωματίου, κοιτώντας θολά τα δέντρα.
Η σημαία, στη νύχτα του αέρα, γλιστρώντας χλωμά τον προβολέα. 

Πιο πριν, μια κουκουβάγια μας πήρε από πίσω.
Ο δρόμος περπατούσε στα πόδια μας και το φεγγάρι αντανακλούσε μπλε το χιόνι.
Παιδί της πόλης, πόση ώρα νόμιζα πως ήταν σημαντική ανθρώπινη φωνή...

Μέρες πριν, μια άλλη κουκουβάγια έκατσε σε άλλο κλαδί, σε άλλο μπλε μονοπάτι.
Η ίδια φωνή μπερδεύτηκε με την ανθρώπινη, μπερδεύτηκα και εγώ.
Στο φως ο Όλυμπος μεγάλωνε μέσα μου.

Πιο μετά, βρήκαμε νερό και μια κατεβασιά του βουνού.
Κατέβαζε αέρα και κάτι άλλους ψιθύρους.
Μου χάιδεψαν το πρόσωπο και κάθισαν κάτω από το σκουφί.

Άλλο βράδυ, βυθίστηκα σε ζεστό βυζαντινό νερό.
Λιοντάρια έχυναν ιστορίες από το στόμα τους στο σώμα μου.
Το φωτάκι αργούσε να ανάψει.

Ανατολές πιο πριν, χόρευα ερωτικά καλέσματα της ανατολής.
Οι ιστοί κλωθογύριζαν από τα χέρια στην κοιλιά.
Το υφαντό πλεκόταν με ζεστούς κατοίκους μαυριδερών παραμυθάδων.

Στο κρύο ξανά, το παχύ παγωμένο χιόνι έπαιζε με τη βαρύτητα.
Άλλοτε με κατάπινε, άλλοτε με κρατούσε.
Όταν έπαψα την αντίσταση, περπατούσα πια σε αφρό κυμάτων.

Μετά την επιστροφή, βρέθηκα σε γνωστά ρηχά νερά.
Δε μπορούσα να φύγω.
Μόνο όταν ευχαρίστησα για τις στιγμές, ξανοίχτηκα ξανά στη θάλασσα.

Ένα πρωί, οδηγούσα προς τα εκεί.
Η θάλασσα χαιρέτησε εμένα και εγώ τον ήλιο.
Βρέθηκα να πετάω ανάμεσα σε πουλιά και τις σκιές τους.

4.1.13

2 εγώ και ένα 12





Υψόμετρο.

-Ούτε πολύ, ούτε λίγο.
-Για μένα ψηλά.

Αρχή, τέλος.

-Ούτε αρχή, ούτε τέλος.
-Παντού αναμονή ενός προορισμού.

-Ξεκινούσα και δεν ήξερα για πού.
-Ξεκινούσα βλέποντας μόνο την έξοδο.

-Ξεκινούσα και δεν ήξερα πότε.
-Ξεκινούσα και φοβόμουν δε θα φτάσω ποτέ.

-Ενδιάμεσοι σταθμοί.
-Τελικοί σταθμοί.

-Και έφτανα.
-Έφτανα.

-Δεν ήξερα ότι έφτανα.
-Πώς και πώς να φτάσω.

-Το καταλάβαινα όταν προχωρούσα.
-Χιλιόμετρα πριν φτάσω μύριζα το τέλος.

-Εσύ.
-Εγώ.

-Η έμπνευση είναι μέσα ή έξω;
-Όλα είναι έξω.

-Χάρηκα θάλασσα, βουνό, κίνηση.
-Ακόμα απορώ. Ξοφλημένα γόνατα, τένοντες. Είχα αγοράσει τα μπατόν από νοσταλγία.

-Η πόρτα κρυβόταν πάντα στη σκιά.
-Ποτέ δεν κοιτούσα τα αδιέξοδα.

-Πάμε στο κέντρο.
-Πίσω να πάμε πάλι!

-Κομήτης με κομήτες.
-Εγώ και γύρω άνθρωποι.

Από ψηλά και μακριά κοιτούσα το 2012.
Άναβε πυροτεχνήματα προχωρώντας τον κύκλο της ζωής του.
Ο δικός μας κύκλος, των ανθρώπων, γιόρταζε το 2013.
Η χαρά των μερακλήδων έσκαγε αργόσυρτα στις τελευταίες ταράτσες.
Είκοσι λεπτά.
Το μέγιστο που αντέξαμε ακίνητοι.
Έπειτα οι δρόμοι ξαναγέμισαν βοή.

Αλλαγή σκυτάλης στις χρονιές.
Εαυτούς.
Κουκούλια.
Οπτικές.
Προοπτικές.
Από το έτσι στο αλλιώς και ξανά πίσω.
Ή μέχρι εκεί.
Ή λίγο πιο πάνω.
Και παραπέρα.

Όπου, όπως μπορούμε.
Όμορφα είναι.

30.12.12

Μία γκρι μέρα

Τα γαλάζια μάτια της λαμπύριζαν στο δωμάτιο που πλάγια χυνόταν στο μεσημεριανό φως.
Πίσω της ομόχρωμη η θάλασσα έδερνε κύματα τον ουρανό.
Είχε αύρα μελαγχολική,
μάτια χαμογελαστά.
Την κοιτούσα από το πλάι.
Αναρωτιόμουν αν η καμπυλότητα των ματιών της μεγάλωνε για να χωρέσουν όλο το νερό.

Στο τέλος τα στολίσαμε με ένα όμορφο γκρι σκουφί.

29.12.12

Τα οχτάρια μου

Δύο εφαπτόμενοι κύκλοι.
Δύο κύκλοι δίπλα δίπλα.
Αγγίζουν και αγγίζονται.

Τα οχτάρια μου ξαπλώνουν για να κολυμπούν.
Κολυμπούν για να κλείνουν κύκλους.
ΚΥΚΛΥΚΥΚΛΥΚΥΚΛΥΚΥΚΛ...

Κλείνουν τον χώρο.
Κλείνουν τα πρόσωπα.
Κλείνουν τον χρόνο.
Κλείνουν τα μέσα.
Κλείνουν τις υπάρξεις.
Κλείνουν τα γράμματα.
Κλείνουν τα ανοιχτά.
Κλείνουν ανοίγοντας ροή.
Τα οχτάρια μου, κύκλοι, γεννούν κύκλους, κλείνοντας κύκλους.

Κάποιος επινόησε ανέκδοτο και τρία χρόνια μετά του ήρθε πίσω.
Κάποιο γατί πήγε να βρει το φίλο του, το συνάντησε και γύρισε με δάκρυα στα μάτια.
Κάποιος σε κορυφή κοιτούσε τον εαυτό του σε απέναντι κορυφή που τον κοιτούσε.
Κάποια απορροφούσε λαίμαργα μουσικό κομμάτι και τυχαία κάποιος το μοιράστηκε μαζί της.



Send your dreams
Where nobody hides
Give your tears
To the tide
No time
No time
There's no end
There is no goodbye 
Disappear 
With the night 
No time

Δεν υπάρχει χρόνος
Δύο κύκλοι εφάπτονται.
Δύο κύκλοι δίπλα δίπλα.
Αγγίζουν και αγγίζονται.

Δύο ολότητες συμμετρικές.
Ανασαίνουν, σιωπούν και βουτούν.
Στα οχτάρια που κολυμπούν.
Δεν υπάρχει χρόνος
Εδώ και πουθενά.
Ταυτόχρονα και άχρονα.
Αλληλοεπικάλυψη και τίποτα.

Το τίποτα έχει υπόσταση.
Επιμερίζει τα δίπολα.
Ο συμπαντογραφικός καλός, κακός και άσχημος: καλός, κακός και τίποτα.

Άπειροι πειραματισμοί και πειράγματα που, όπως έγραψε φίλος,
βουτούν στην ύπαρξή σου, αδιαφορώντας για την ύπαρξή τους και περιμένοντας την ύπαρξη που τους είπε καλωσήρθατε, χαχαχαχαχαχαχα
Άπειρο.

26.12.12

Χριστούγεννα

Τα ξεθωριασμένα ροζ φώτα του Hondos κοιτάω.
Ξεθωριασμένα αναβοσβήνουν.
Δυο ώρες μετά, ακούω ξεθωριασμένους ήχους.
Μου παίρνει τα χαλασμένα αυτιά η μελαγχολία τους.
Και το βιολί.
You look so sad λέει ο τραγουδιάρης στα μαύρα χτυπώντας country νότες που θυμίζουν κοντινό άνθρωπο σε μακρινό μέρος.
Γιορτή απόψε και νιώθω τη χαρά των συμμετεχόντων.
Και του χρόνου!

Πιο πριν, το μεσημέρι, δραπέτευσα σε κάτι βουνά.
Δεν τα κατάφερα με τις συνέπειες.

Νυχτερινή επιστροφή και πάλι κακό στην πόρτα του σπιτιού μου:
το εκκλησάκι γκρεμισμένο.
Χτες, το γατί πατημένο.
Αυτό που τάιζα φαγητό και με τάιζε αφοσίωση.
Αυτό που δεν του έδωσα όνομα, γιατί ποτέ δεν ήταν δικό μου και ούτε ήθελα να γίνει.
Αυτό που όπως αργά με εμπιστεύτηκε, έτσι σύρθηκε να ξεψυχήσει μπροστά στην καγκελόπορτα.
Ακριβώς μπροστά.
Δεν ήμουν εκεί.
Ούτε το είδα.
Γέλιο θα είχε να το έβρισκα εγώ:
από μακριά χαδιάρικο γατί, από κοντά ζωντανό κουβάρι με σπασμένο κεφάλι.
Μαία γατιών...
Όσο όμορφο όταν ταίριαζε, τόσο ειρωνικό τώρα:
καλώντας τα πέρα από το δρόμο να έρθουν σε μένα, τα καλούσα στα αυτοκίνητα.

Με διαβάζουν οι άνθρωποί μου και ανησυχούν. Πώς είμαι;
Παιδιά, εδώ είναι η νύχτα μου, παίρνω το φακό και την ανασκαλεύω.
Τη βγάζω από το ντουλάπι και σέρνει και τη μέρα, κλοτσώντας ώθηση στο κύκλο του μερόνυχτου.
Πώς άραγε έγιναν φιλικά τα κήτη και οι θάλασσες των ονείρων μου;

18.12.12

Βεζούβιος

Μάγμα.
Προϊστορικό υλικό.
Σαν τις μνήμες.
Καιρός ανάδυσης.
Λάβα.
Καιρός επιστροφής.
Εμείς.
Στα πατρικά σπίτια της Πομπηίας.
Παλιές φιγούρες σκορπούν στάχτες στα όνειρα των φίλων μου.
Θυμωμένο ξημέρωμα στα μαξιλάρια.
Ύπνος που δεν πείθει:
Βεζούβιοι σε πληθυντικό.
Ακριβείς επαναλήψεις, ακριβές απώλειες.
Ύποπτοι, ανυποψίαστοι στον ίδιο τύμβο.
Τι φταίει το βουνό...

Επιτέλους,  Βεζούβιος!
Έλουσα και λούστηκα με τη λάβα του.
Καθαροί πια, περιμέναμε τη λύτρωση.

11.12.12

Τα δάκρυά μου γίνονται θάλασσα


I'm slowly drifting to you
This star is a planet
I culminate
The beauty gets away from you
I'm on my way
I'm on...
I'm on...
M83 - My tears are becoming a sea 


Αργά παρασύρομαι προς εσένα
Χάνω τις ρίζες μου, τις ξαναβρίσκω.
Αυτό το αστέρι είναι πλανήτης
Μπορώ να κατοικήσω.
Κορυφώνομαι
Αγκαλιάζω.
Η ομορφιά φεύγει μακριά σου
Κοιτάζω προς τα έξω.
Είμαι στο δρόμο μου
Αγκαλιάζω το κρύο παράθυρο, κοιτώντας τη νύχτα.
Αγκαλιάζω το σύμπαν, όπως ξαπλώνει στους λόφους μπροστά μου.
Ανοίγω το παράθυρο να με αγκαλιάσει το κρύο, η νύχτα, το σύμπαν...

Είμαι στο δρόμο μου
Είμαι στο δρόμο μου.
Συντελούμαι.

4.12.12

-α-

Ικανή στο μέτρημα, μετρώ ικανότητες.
Περήφανη και αγχωμένη.
Περήφανη και κενή.

Ικανή στην κίνηση, κινώ ικανότητες.
Περήφανη και αγχωμένη.
Περήφανη και κενή.


Ικανή στις ικανότητες, τις ικανοποιώ.
Κυνηγημένη κυνηγός.
Κυκλωμένος κύκλος.
Πόσο αστείο!
Κα, κι, κυ, κιν, κυκ, ικαν, ακιν...
Ο κόρακας τρύπησε μυαλό και χέρια.
Και άφησε μια τρύπ -α-.
-α- περήφανη.
-α- περήφανη και ελεύθερη;

Η βουτιά σου

Η φίλη μου είναι στην Αθήνα, κοντά στον πατέρα της που πέθαινε από καρκίνο.
Πέθαινε.
Σήμερα.

Λυπάμαι. Όχι για τον νεκρό, δεν τον ήξερα.
Νοητικά, μόνο, μπορώ να φανταστώ πώς ένιωθε.
Αν πέθαινα και εγώ από καρκίνο, θα ήξερα.
Το ένστικτο της ζωής με διώχνει μακριά από τη θέση του.
Συναισθηματική απόσταση.
Λογική προσέγγιση.

Λυπάμαι. Για τη ζωντανή, αυτή ξέρω.
Ξέρω πώς νιώθει.
Μοιράζεται τα βιώματά της μαζί μου.
Βουτιά στο θάνατο.
Στον πόνο.
Σε πολλά "αν" για άτυχες στιγμές που βρωμίζουν ενοχές.

Καλή μου, οι νεκροί δεν επιστρέφουν, η ταλαιπώρια κόπασε γι'αυτούς.
Τώρα ανοίγεται η σκοτεινή θάλασσα των ζωντανών.
Βρώμικη για αυτούς που δονούν καλοσύνη και μπερδεύουν την αγάπη με ενοχή.
Μην τα μπλέξεις, σε παρακαλώ!
Θαρραλέα, είδες το θάνατο κατάματα.
Κατάματα δες και τις ενοχές!
Κατασκευαστικό ανθρώπινο κουσούρι, πολιτισμικό προϊόν, μαύρη τρύπα ενέργειας και συναισθημάτων, σημειακή στατικότητα, ακινησία.
Δεν είναι αγάπη οι ενοχές!
Είναι απλά νοητική βρωμιά που εφάπτεται του μεγαλείου της αγάπης σου...
Βούτα στο βυθό που απλώνεται μπροστά σου!
και ξέβρασε τις ενοχές.