Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νερό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νερό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26.8.23

Ένα άγριο αγόρι

Η παραλία ήταν δική μας.
Απλωτή, φωτεινή, νοσταλγική και οικεία.
Τον κοιτούσα στη θάλασσα.
Βράχος άκαμπτος και ασμίλευτος.
Άγριες γραμμές, σκληρές.
Μεγάλη αντίθεση με το νερό.
Και ταιριαστή.

Τον πλησίασα.
Με πήρε στην αγκαλιά του,
στιβαρός και σίγουρος.
Με περίμενε,
βράχος το κύμα.
Κυμάτιζε το μέσα μου
και ας ήταν η θάλασσα γαλήνια σαν αυτόν.
Με κλειστά μάτια, τον τύλιξα και με τύλιξε.
Μοιραζόμασταν τις σταγόνες στα μάγουλά μας.
Οι αντανακλάσεις λαμπύριζαν το σκοτεινό σύμπαν μου.
Άκουγα την ηρεμία του νερού και
το μυαλό υπέγραφε μια ευτυχισμένη στιγμή.

Καθαρές γραμμές στο ατάραχο πρόσωπο.
Βλέμμα σκοτεινό και τρυφερό.
Ατόφιος και ασμίλευτος.

Ένα άγριο αγόρι.

Μεγάλη αντίθεση.
Ταιριαστή.
Στα βράχια δείχνει η θάλασσα την αγριότητά της.
Ρευστότητα και στερεότητα.
Σφοδρή έλξη.
Διά της αντιθέσεως ορισμοί.
Ως συγκρούσεως.

9.5.13

Σκέτο μωβ

Τρομαχτικά, θλιμμένα τέρατα.
Κοιτάζουν φοβισμένα έξω.
Μωβ μαλλιά.
Έξω από το παράθυρο.
Αναδίδουν νεκρική μυρωδιά.
Κρύβονται πίσω από το κουρτινάκι.
Θυμιατό Μεγάλης Πέμπτης.
Μονόφθαλμα, σακατεμένα.
Χρώμα Μεγάλης Παρασκευής.
Προσέφεραν και έλαβαν θάνατο.
Κολλάνε στο πρόσωπο.
Ακίνητα σαν περιφορά.
Στο δικό μου πρόσωπο.
Πόρτες, μάτια χάσκουν.
Φύκια, μόλις βγήκα από το νερό,
Διστακτικά με πλησιάζουν.
μου φράζουν την ανάσα.
Με κοιτάνε ανήμπορα και δειλά.
Τα δικά μου μαλλιά.
Ικανά για Μεγάλες Πληγές.
Μωβ μαλλιά.
Μωβ αγκαλιές.

Η ψυχή μου κουφάρι σαν άδειος φάρος.

Ένας ξένος χαρταετός μου είχε πει πως ένιωθε ότι θα με αγαπήσει πολύ και θα πληγωθεί πολύ.
Μόλις είχαμε γνωριστεί.
Καλοκαίρι.
Τον ρώτησα γιατί.
Είναι ο τρόπος που κοιτάς, μου απάντησε.
Δεν τον ξαναείδα.
Δεν ήθελα.

19.2.13

Νερό και ασπροκόκκινες πεταλούδες

Τα χέρια μακραίνουν για να αγγιχθούν.
Και οι αγκαλιές γίνονται κύκλοι έτοιμοι να κλείσουν.
Πήγαινε στο φως και χόρεψε με ολοκληρώματα στο χώρο 
και έλα σα σφαίρα στην καρδιά μου.
Κρύψου στο διπλανό δωμάτιο και μόλις φύγουν οι άλλοι 
θα έρθω να χυθώ νερό ξανά στην αγκαλιά σου.
Πάρε τα πέδιλα, κράτα μου το χέρι 
και πάμε στο πλωτό μας σπίτι για να σε χάσω.

Από όνειρό μου.
Έτσι γίνεται, τα μεγάλα είναι αυτά που αφήνω να χάσω.
Για να παραμείνουν μεγάλα.
Για να γίνω εγώ μεγάλη.
Γιατί είναι ο φόβος μεγάλος.
Για να μείνω με την απώλεια μεγάλη.
Με μεγαλώνει, με συμφιλιώνει, με κάνει να κοιτώ, να ξεχνώ, να στρεβλώνω, να βρίσκω, να μένω, να φεύγω, να παρανοώ.
Τρομάζω να παρανοώ. Αν και είναι τόσο γοητευτικό!

Μου έλειψε να ακούω τις ανάσες μου κολυμπώντας.
Τώρα τις ακούω στις βουτιές μου στη σιωπή.
Και βλέπω τις σκέψεις μου πεταλούδες με άσπρα φτερά και κόκκινο σώμα.
Πετάνε μπροστά μου και εξαφανίζονται.
Άλλες με χτυπάνε στο πρόσωπο, άλλες με χαϊδεύουν.
Μια πεταλούδα και εσύ.
Άσπρα φτερά, κόκκινο σώμα, ξεμακραίνεις στο σκοτάδι των ματιών μου.

Θα έπρεπε να είμαι μονίμως βυθισμένη σε μια βουτιά.
Να βουλιάζω.
Όπως βουλιάζω κάθε φορά.
Βουλιάζω.
Βουλιάζω.
Βουλιάζω.
Και τρομάζω.
Τρομάζω.
Και αφήνομαι.
Και αγαλιάζω.
Γιατί επιστρέφω.
Στο μηδέν από όπου ξεκίνησα.
Στο μαύρο υγρό σκοτάδι.
Εκεί που δεν υπάρχει μνήμη.

Ίσως για αυτό αφήνω να σε χάσω.
Για να ολοκληρώσω τον κύκλο μου.
Για να βουλιάξω, να τρομάξω, να αφεθώ και να αγαλιάσω γιατί επιστρέφω στην αρχή μου.
Τώρα τρομάζω.
Ημιτελής ιστορία του Borges, πάντα κάτι θα λείπει μέχρι να ξαναβρεί την αρχή της.

Ακούω μια καινούρια μουσική μου.
Η φωνή μου πεταλούδα και αυτή έρχεται και φεύγει.
Από το μέτωπο στον τοίχο.
Και ξανά πίσω.
Περιοδική ταλάντωση, κύκλος που κυλά, τυπική μπορχική ιστορία.

Αν πρέπει να υπάρξει ροή στον κύκλο μου, ας είναι όπως η φωνή μου.
Βαριά, ζεστή και ελεύθερη.

9.1.13

Ήχοι

Όταν είμαι στο νερό, ακούω τους κρυμμένους ήχους μιας άλλης ζωής:
το σώμα, ο βυθός.
Όταν επιστρέφω στο πατρικό, ακούω τους πεδινούς ήχους της παιδικής ζωής:
απλωτοί, απόμακροι.

Όταν ξαπλώνω στο παιδικό κρεβάτι, ακούω τους υπόηχους του αστικού βυθού:
όροφοι από κάτω μου περιφέρουν τις ακουστικές τους συχνότητες σαν θαλάσσια θηλαστικά
και εγώ επιπλέω κοιτώντας το ταβάνι και ακούγοντας το σκοτάδι.

Χορεύοντας στιγμές

Πάνω στο καταφύγιο, χορεύαμε.
Εγώ, στο σκοτάδι του δωματίου, κοιτώντας θολά τα δέντρα.
Η σημαία, στη νύχτα του αέρα, γλιστρώντας χλωμά τον προβολέα. 

Πιο πριν, μια κουκουβάγια μας πήρε από πίσω.
Ο δρόμος περπατούσε στα πόδια μας και το φεγγάρι αντανακλούσε μπλε το χιόνι.
Παιδί της πόλης, πόση ώρα νόμιζα πως ήταν σημαντική ανθρώπινη φωνή...

Μέρες πριν, μια άλλη κουκουβάγια έκατσε σε άλλο κλαδί, σε άλλο μπλε μονοπάτι.
Η ίδια φωνή μπερδεύτηκε με την ανθρώπινη, μπερδεύτηκα και εγώ.
Στο φως ο Όλυμπος μεγάλωνε μέσα μου.

Πιο μετά, βρήκαμε νερό και μια κατεβασιά του βουνού.
Κατέβαζε αέρα και κάτι άλλους ψιθύρους.
Μου χάιδεψαν το πρόσωπο και κάθισαν κάτω από το σκουφί.

Άλλο βράδυ, βυθίστηκα σε ζεστό βυζαντινό νερό.
Λιοντάρια έχυναν ιστορίες από το στόμα τους στο σώμα μου.
Το φωτάκι αργούσε να ανάψει.

Ανατολές πιο πριν, χόρευα ερωτικά καλέσματα της ανατολής.
Οι ιστοί κλωθογύριζαν από τα χέρια στην κοιλιά.
Το υφαντό πλεκόταν με ζεστούς κατοίκους μαυριδερών παραμυθάδων.

Στο κρύο ξανά, το παχύ παγωμένο χιόνι έπαιζε με τη βαρύτητα.
Άλλοτε με κατάπινε, άλλοτε με κρατούσε.
Όταν έπαψα την αντίσταση, περπατούσα πια σε αφρό κυμάτων.

Μετά την επιστροφή, βρέθηκα σε γνωστά ρηχά νερά.
Δε μπορούσα να φύγω.
Μόνο όταν ευχαρίστησα για τις στιγμές, ξανοίχτηκα ξανά στη θάλασσα.

Ένα πρωί, οδηγούσα προς τα εκεί.
Η θάλασσα χαιρέτησε εμένα και εγώ τον ήλιο.
Βρέθηκα να πετάω ανάμεσα σε πουλιά και τις σκιές τους.

30.12.12

Μία γκρι μέρα

Τα γαλάζια μάτια της λαμπύριζαν στο δωμάτιο που πλάγια χυνόταν στο μεσημεριανό φως.
Πίσω της ομόχρωμη η θάλασσα έδερνε κύματα τον ουρανό.
Είχε αύρα μελαγχολική,
μάτια χαμογελαστά.
Την κοιτούσα από το πλάι.
Αναρωτιόμουν αν η καμπυλότητα των ματιών της μεγάλωνε για να χωρέσουν όλο το νερό.

Στο τέλος τα στολίσαμε με ένα όμορφο γκρι σκουφί.

29.12.12

Τα οχτάρια μου

Δύο εφαπτόμενοι κύκλοι.
Δύο κύκλοι δίπλα δίπλα.
Αγγίζουν και αγγίζονται.

Τα οχτάρια μου ξαπλώνουν για να κολυμπούν.
Κολυμπούν για να κλείνουν κύκλους.
ΚΥΚΛΥΚΥΚΛΥΚΥΚΛΥΚΥΚΛ...

Κλείνουν τον χώρο.
Κλείνουν τα πρόσωπα.
Κλείνουν τον χρόνο.
Κλείνουν τα μέσα.
Κλείνουν τις υπάρξεις.
Κλείνουν τα γράμματα.
Κλείνουν τα ανοιχτά.
Κλείνουν ανοίγοντας ροή.
Τα οχτάρια μου, κύκλοι, γεννούν κύκλους, κλείνοντας κύκλους.

Κάποιος επινόησε ανέκδοτο και τρία χρόνια μετά του ήρθε πίσω.
Κάποιο γατί πήγε να βρει το φίλο του, το συνάντησε και γύρισε με δάκρυα στα μάτια.
Κάποιος σε κορυφή κοιτούσε τον εαυτό του σε απέναντι κορυφή που τον κοιτούσε.
Κάποια απορροφούσε λαίμαργα μουσικό κομμάτι και τυχαία κάποιος το μοιράστηκε μαζί της.



Send your dreams
Where nobody hides
Give your tears
To the tide
No time
No time
There's no end
There is no goodbye 
Disappear 
With the night 
No time

Δεν υπάρχει χρόνος
Δύο κύκλοι εφάπτονται.
Δύο κύκλοι δίπλα δίπλα.
Αγγίζουν και αγγίζονται.

Δύο ολότητες συμμετρικές.
Ανασαίνουν, σιωπούν και βουτούν.
Στα οχτάρια που κολυμπούν.
Δεν υπάρχει χρόνος
Εδώ και πουθενά.
Ταυτόχρονα και άχρονα.
Αλληλοεπικάλυψη και τίποτα.

Το τίποτα έχει υπόσταση.
Επιμερίζει τα δίπολα.
Ο συμπαντογραφικός καλός, κακός και άσχημος: καλός, κακός και τίποτα.

Άπειροι πειραματισμοί και πειράγματα που, όπως έγραψε φίλος,
βουτούν στην ύπαρξή σου, αδιαφορώντας για την ύπαρξή τους και περιμένοντας την ύπαρξη που τους είπε καλωσήρθατε, χαχαχαχαχαχαχα
Άπειρο.

26.12.12

Χριστούγεννα

Τα ξεθωριασμένα ροζ φώτα του Hondos κοιτάω.
Ξεθωριασμένα αναβοσβήνουν.
Δυο ώρες μετά, ακούω ξεθωριασμένους ήχους.
Μου παίρνει τα χαλασμένα αυτιά η μελαγχολία τους.
Και το βιολί.
You look so sad λέει ο τραγουδιάρης στα μαύρα χτυπώντας country νότες που θυμίζουν κοντινό άνθρωπο σε μακρινό μέρος.
Γιορτή απόψε και νιώθω τη χαρά των συμμετεχόντων.
Και του χρόνου!

Πιο πριν, το μεσημέρι, δραπέτευσα σε κάτι βουνά.
Δεν τα κατάφερα με τις συνέπειες.

Νυχτερινή επιστροφή και πάλι κακό στην πόρτα του σπιτιού μου:
το εκκλησάκι γκρεμισμένο.
Χτες, το γατί πατημένο.
Αυτό που τάιζα φαγητό και με τάιζε αφοσίωση.
Αυτό που δεν του έδωσα όνομα, γιατί ποτέ δεν ήταν δικό μου και ούτε ήθελα να γίνει.
Αυτό που όπως αργά με εμπιστεύτηκε, έτσι σύρθηκε να ξεψυχήσει μπροστά στην καγκελόπορτα.
Ακριβώς μπροστά.
Δεν ήμουν εκεί.
Ούτε το είδα.
Γέλιο θα είχε να το έβρισκα εγώ:
από μακριά χαδιάρικο γατί, από κοντά ζωντανό κουβάρι με σπασμένο κεφάλι.
Μαία γατιών...
Όσο όμορφο όταν ταίριαζε, τόσο ειρωνικό τώρα:
καλώντας τα πέρα από το δρόμο να έρθουν σε μένα, τα καλούσα στα αυτοκίνητα.

Με διαβάζουν οι άνθρωποί μου και ανησυχούν. Πώς είμαι;
Παιδιά, εδώ είναι η νύχτα μου, παίρνω το φακό και την ανασκαλεύω.
Τη βγάζω από το ντουλάπι και σέρνει και τη μέρα, κλοτσώντας ώθηση στο κύκλο του μερόνυχτου.
Πώς άραγε έγιναν φιλικά τα κήτη και οι θάλασσες των ονείρων μου;

11.12.12

Τα δάκρυά μου γίνονται θάλασσα


I'm slowly drifting to you
This star is a planet
I culminate
The beauty gets away from you
I'm on my way
I'm on...
I'm on...
M83 - My tears are becoming a sea 


Αργά παρασύρομαι προς εσένα
Χάνω τις ρίζες μου, τις ξαναβρίσκω.
Αυτό το αστέρι είναι πλανήτης
Μπορώ να κατοικήσω.
Κορυφώνομαι
Αγκαλιάζω.
Η ομορφιά φεύγει μακριά σου
Κοιτάζω προς τα έξω.
Είμαι στο δρόμο μου
Αγκαλιάζω το κρύο παράθυρο, κοιτώντας τη νύχτα.
Αγκαλιάζω το σύμπαν, όπως ξαπλώνει στους λόφους μπροστά μου.
Ανοίγω το παράθυρο να με αγκαλιάσει το κρύο, η νύχτα, το σύμπαν...

Είμαι στο δρόμο μου
Είμαι στο δρόμο μου.
Συντελούμαι.

4.12.12

Η βουτιά σου

Η φίλη μου είναι στην Αθήνα, κοντά στον πατέρα της που πέθαινε από καρκίνο.
Πέθαινε.
Σήμερα.

Λυπάμαι. Όχι για τον νεκρό, δεν τον ήξερα.
Νοητικά, μόνο, μπορώ να φανταστώ πώς ένιωθε.
Αν πέθαινα και εγώ από καρκίνο, θα ήξερα.
Το ένστικτο της ζωής με διώχνει μακριά από τη θέση του.
Συναισθηματική απόσταση.
Λογική προσέγγιση.

Λυπάμαι. Για τη ζωντανή, αυτή ξέρω.
Ξέρω πώς νιώθει.
Μοιράζεται τα βιώματά της μαζί μου.
Βουτιά στο θάνατο.
Στον πόνο.
Σε πολλά "αν" για άτυχες στιγμές που βρωμίζουν ενοχές.

Καλή μου, οι νεκροί δεν επιστρέφουν, η ταλαιπώρια κόπασε γι'αυτούς.
Τώρα ανοίγεται η σκοτεινή θάλασσα των ζωντανών.
Βρώμικη για αυτούς που δονούν καλοσύνη και μπερδεύουν την αγάπη με ενοχή.
Μην τα μπλέξεις, σε παρακαλώ!
Θαρραλέα, είδες το θάνατο κατάματα.
Κατάματα δες και τις ενοχές!
Κατασκευαστικό ανθρώπινο κουσούρι, πολιτισμικό προϊόν, μαύρη τρύπα ενέργειας και συναισθημάτων, σημειακή στατικότητα, ακινησία.
Δεν είναι αγάπη οι ενοχές!
Είναι απλά νοητική βρωμιά που εφάπτεται του μεγαλείου της αγάπης σου...
Βούτα στο βυθό που απλώνεται μπροστά σου!
και ξέβρασε τις ενοχές.

9.11.12

Lie down in the waterness


Και ξάπλωσα στην ανάμνηση της αιώνιας υδατότητας.